Χρώμα και Φως

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
golf
Global Moderator
Posts in topic: 2
Δημοσιεύσεις: 721
Εγγραφή: Σάβ 10 Φεβ 2018, 10:35
Τοποθεσία: Αιγάλεω
Έχει βάλει Like: 133 times
Του έχουν βάλει Like: 188 times

Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από golf » Σάβ 17 Οκτ 2020, 21:56

Χρώμα είναι το φαινόμενο της φυσικής μετατροπής του φωτός από τα αντικείμενα, όπως την παρατηρεί το ανθρώπινο μάτι και την επεξεργάζεται ο εγκέφαλος.

1. Γενικά
Χρώμα ορίζεται το φαινόμενο της φυσικής μετατροπής του φωτός από τα αντικείμενα, όπως την παρατηρεί το ανθρώπινο μάτι και την επεξεργάζεται ο εγκέφαλος.Το χρώμα δημιουργείται από τις ιδιότητες των σωμάτων, οι οποίες τροποποιούν τις ιδιότητες του προσπίπτοντος φωτός και το αποτέλεσμα γίνεται ορατό χάρη στην ιδιότητα της χρωματικής ευαισθησίας του οφθαλμού.

Η ικανότητα των αντικειμένων να τροποποιούν τις ιδιότητες του προσπίπτοντος φωτός επηρεάζεται από το σχήμα τους, το μέγεθός τους, την ομαλότητα της επιφάνειάς τους και την πυκνότητα της δομής τους και γι’ αυτό ο άνθρωπος μπορεί να τα αναγνωρίσει και τα διαχωρίσει μεταξύ τους.

Το σημαντικότερο στοιχείο στην αναγνώριση των αντικειμένων είναι το γεγονός ότι το φως που αυτά ανακλούν γίνεται διαφορετικά αντιληπτό από τους οφθαλμούς, ανάλογα με το μήκος κύματός του, προσδίδοντάς του έτσι τα χαρακτηριστικά του μήκους κύματος της ακτινοβολίας. Σε ένα καταπράσινο λιβάδι, για παράδειγμα, ένα κόκκινο λουλούδι γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό.

Η αντίληψη του χρώματος των αντικειμένων επηρεάζεται από:
α) την ποσότητα, (ένταση), και το μήκος κύματος, (χρώμα), της φωτεινής ακτινοβολίας που πέφτει πάνω στα αντικείμενα,
β) την ικανότητα των αντικειμένων να ανακλούν, απορροφούν, διαχέουν ή και να σκεδάζουν τη φωτεινή ακτινοβολία που πέφτει πάνω τους και
γ) την ικανότητα του ματιού να δέχεται και να μεταφέρει σωστά στον εγκέφαλο την ακτινοβολία που φθάνει στο αντικείμενο.

Την ικανότητα αναγνώρισης των χρωμάτων των αντικειμένων δεν τη διαθέτουν όλα τα όντα του ζωικού βασιλείου. Στα ζώα, η αίσθηση της έγχρωμης όρασης μπορεί να είναι αρκετά ανεπτυγμένη, (να βλέπουν ακόμα και το υπέρυθρο– υπεριώδες), ή μειωμένη, (να βλέπουν ασπρόμαυρα ή λίγα χρώματα). Πολλά θηλαστικά, όπως ο ταύρος, η αγελάδα, ο σκύλος, η γάτα και το άλογο δεν αντιλαμβάνονται τα χρώματα και βλέπουν τα αντικείμενα ασπρόμαυρα. Αντίθετα, ο άνθρωπος, ο πίθηκος και τα πουλιά έχουν την ικανότητα αντίληψης των χρωμάτων.

Το χρώμα, ή καλύτερα η αίσθηση του χρώματος, είναι έννοια εντελώς υποκειμενική, που ενώ υπάρχει συνεχώς στην καθημερινότητα, είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί επιστημονικά.

2. Φως και χρώματα
Το φως είναι μια μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας ευθείας διάδοσης. Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία είναι η διάδοση ενέργειας στο χώρο με ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία που μεταβάλλονται χρονικά. Η ταχύτητα διάδοσης της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στο κενό είναι μια παγκόσμια σταθερά c, γνωστή ως ταχύτητα του φωτός.

Η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία μπορεί να χαρακτηριστεί, μια και είναι κύμα, από τη συχνότητα με την οποία μεταβάλλεται χρονικά ή από το μήκος κύματός της. Η ταξινόμηση της ακτινοβολίας ως προς τα μήκη κύματός ή τη συχνότητα, λέγεται ηλεκτρομαγνητικό φάσμα.

Το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα περιλαμβάνει όλες τις μορφές ακτινοβολούμενης ενέργειας, είναι συνεχές, (χωρίς κενά) και αποτελείται από: το ηλεκτρικό ρεύμα, τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά κύματα, τα μικροκύ- ματα, την υπέρυθρη ακτινοβολία, την ορατή ακτινοβολία, την υπεριώδη ακτινοβολία και τις ακτίνες Χ και Gamma.

1.jpg
Το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα


Η πιο γνωστή περιοχή συχνοτήτων είναι το ορατό φως, που αποτελείται από τις ηλεκτρομαγνητικές εκείνες ακτινοβολίες που είναι ορατές από τον ανθρώπινο οφθαλμό. Άρα, το ορατό φως, ή ορατή ακτινοβολία, είναι ένα μέρος μόνο του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος.

Η φωτεινή περιοχή του φάσματος εκτείνεται από το ιώδες, στην πλευρά των υψηλών συχνοτήτων, μέχρι το ερυθρό, στην πλευρά των χαμηλών συχνοτήτων. Η περιοχή αυτή αποτελεί το φάσμα της ορατής ακτινοβολίας ή οπτικό φάσμα. Οι γειτονικές, προς το φως, περιοχές του φάσματος λέγονται υπέρυθρη και υπεριώδης ακτινοβολία αντίστοιχα.
2.jpg
Το φάσμα της ορατής ακτινοβολίας ή οπτικό φάσμα

Το φως μπορεί να υπάρχει είτε με τη μορφή ακτινοβολίας ενός μήκους κύματος, (μονοχρωματικό φως), είτε ως μείγμα πολλών μηκών κύματος, (πολυχρωματικό φως).

Κάθε περιοχή του ορατού φάσματος γίνεται αντιληπτή από τον άνθρωπο σαν ένα συγκεκριμένο χρώμα. Τα χρώματα αυτά, τα οποία ονομάζονται χρώματα του οπτικού φάσματος, είναι κατά σειρά τα εξής: κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, κυανό και ιώδες .

Οι συνδυασμοί των παραπάνω χρωμάτων δίνουν και χρώματα που δεν είναι παρόντα μέσα στο φάσμα, τα οποία λέγονται μη φασματικά χρώματα. Τέτοια χρώματα είναι το μωβ, το ροζ και το καφέ.

Η έννοια του χρώματος αποδείχθηκε με το κλασσικό πείραμα του Νεύτωνα, (Isaac Newton). Το 1676, ο γνωστός αυτός φυσικός, έκανε ένα ιστορικό πείραμα, κατά το οποίο άφησε να περάσει μια ακτίνα λευκού φωτός διαμέσου ενός τριγωνικού πρίσματος και παρατήρησε ότι με την έξοδό της από το πρίσμα αυτή διαχω- ρίστηκε στα χρώματα του ουράνιου τόξου, δηλαδή στα χρώματα του ορατού φάσματος.

Το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε ο Νεύτωνας, ήταν επαναστατικό: «το χρώμα είναι μέσα στο φως, όχι στο γυαλί, και το φως που οι άνθρωποι βλέπουν και αντιλαμβάνονται ως λευκό είναι στην πραγματικότητα μια μίξη από όλα τα χρώματα του φάσματος». Ο Νεύτωνας, αυθαίρετα, διέκρινε επτά χρώματα: κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλε, λουλακί και ιώδες, κατά αναλογία με τις επτά βασικές μουσικές νότες. Τα χρώματα αυτά τα ονόμασε βασικά και τα οργάνωσε με τη μορφή κύκλου, (χρωματικός κύκλος ή τροχός του Νεύτωνα), στον οποίο το λευκό χρώμα βρίσκεται στο κέντρο του και τα υπόλοιπα διατάσσονται στην περιφέρειά του.

3.png
Ο χρωματικός κύκλος ή τροχός του Νεύτωνα


Αργότερα, ο Τόμας Γιανγκ, (Tomas Young), ανέτρεψε το πείραμα του Νεύτωνα και από τη σύνθεση των χρωμάτων του φάσματος πήρε λευκό φως. Συγκεκριμένα, πρόβαλε έγχρωμες δέσμες φωτός τη μια πάνω στην άλλη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο τρείς ήταν απαραίτητες για την ανασύνθεση του λευκού φωτός. Τρείς ακτίνες φωτός, μια σκούρα μπλε, μια έντονου πράσινου και μια άλλη έντονου κόκκινου, η μια πάνω στην άλλη, δίνουν ένα καθαρό, λαμπερό, λευκό φως. Με άλλα λόγια, ανασυνθέτουν το ίδιο το φως. Έτσι διαπιστώθηκε ότι τα χρώματα του ορατού φάσματος είναι το αποτέλεσμα της διάθλασης του λευκού φωτός. Αυτό συμβαίνει επειδή η διάθλαση, (το φαινόμενο το οποίο συμβαίνει όταν η φωτεινή δέσμη διέρχεται μέσα από πρίσμα), εξαρτάται από το μήκος κύματος του φωτός και κάθε χρώμα έχει διαφορετικό δείκτη διάθλασης, (η γωνία διάθλασης είναι μικρότερη για τα μεγαλύτερα μήκη κύματος π.χ. κόκκινο χρώμα). Έτσι, παρότι το λευκό φως γίνεται υποκειμενικά αντιληπτό ως άχρωμο, στην πράξη περιέχει όλα τα χρώματα του ορατού φάσματος.

Συμπερασματικά, το χρώμα είναι ένα σχετικό φαινόμενο, που εξαρτάται από την ιδιότητα των σωμάτων να απορροφούν, αντανακλούν, και να διαδίδουν το φως, καθώς και την ικανότητα του συστήματος οφθαλμού- εγκεφάλου να διεγείρεται και να διακρίνει τα μήκη κύματος του φωτός, διαδικασία που γίνεται μέσω των κωνίων και των ραβδίων του αμφιβληστροειδή χιτώνα του οφθαλμού.

Όταν λοιπόν, λευκό φως προσπίπτει σε ένα αντικείμενο, αυτό επιλεκτικά απορροφά κάποια χρώματα, κάποια μήκη κύματος της ακτινοβολίας, ενώ ανακλά κάποια άλλα. Όμως, μόνο τα ανακλώμενα χρώματα διαμορφώνουν την αντίληψη του θεατή για το χρώμα του αντικειμένου. Επομένως, το χρώμα ενός σώματος γίνεται αντιληπτό, γιατί τα μόριά του απορροφούν όλα τα άλλα μήκη κύματος του φωτός που το φωτίζει εκτός από το μήκος κύματος του χρώματος που βλέπουμε, το οποίο δεν απορροφάται, αλλά αντανακλάται από το σώμα. Έτσι, ένα τριαντάφυλλο φαίνεται κόκκινο επειδή αντανακλά το μήκος κύματος της ακτινοβολίας που αντιστοιχεί στο κόκκινο χρώμα και απορροφά όλα τα υπόλοιπα. Αντίστοιχα, ένα φύλλο δένδρου αντανακλά μόνο το πράσινο, διαμορφώνοντας έτσι την οπτική αντίληψη για το πράσινο χρώμα του. Παρομοίως, ένα κόκκινο φωτογραφικό φίλτρο φαίνεται κόκκινο επειδή, όταν το λευκό φως περνά διαμέσου του φίλτρου, το φίλτρο αφήνει μόνο το κόκκινο να περάσει, απορροφώντας όλα τα άλλα μήκη κύματος της ακτινοβολίας. Τα αντικείμενα που απορροφούν όλα τα μήκη κύματος της προσπίπτουσας ακτινοβολίας και δεν αντα- νακλούν κανένα φαίνονται μαύρα, ενώ εκείνα που δεν απορροφούν, αλλά αντανακλούν όλα τα μήκη κύματος φαίνονται λευκά.

4.png
Το κόκκινο φίλτρο απορροφά το πράσινο και το μπλε και αφήνει μόνο το κόκκινο να περάσει.


Τα χρώματα του οπτικού φάσματος, που προκύπτουν από την ανάλυση του λευκού φωτός διαμέσου πρίσματος, είναι τα φυσικώς καθαρότερα που μπορούν να παραχθούν, διότι δεν είναι μείγματα με άλλα μήκη κύματος. Τα χρώματα αυτά ονομάζονται απλά χρώματα ή και χρώματα της ίριδας. Στην πραγματικότητα όμως, υπάρχει ένας άπειρος αριθμός χρωμάτων μεταξύ του ερυθρού και του ιώδους. Τα υπόλοιπα χρώματα είναι μίγματα των απλών χρωμάτων και ονομάζονται σύνθετα χρώματα. Αυτά ουσιαστικά προέρχονται από ακτινοβολίες που περιέχουν διάφορα μήκη κύματος. Ο άνθρωπος, φυσιολογικά, μπορεί να διακρίνει περίπου 10 εκατομμύρια χρώματα.

3. Ταξινόμηση και παράγωγη των χρωμάτων
Αναφέρθηκε προηγουμένως ότι με την ανάλυση του φωτός έχουμε την παραγωγή μιας σειράς χρωμάτων. Τα χρώματα αυτά του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που γίνονται ορατά από τον άνθρωπο, μαζί με τους συνδυασμούς τους, ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες: α) βασικά, β) δευτερεύοντα και γ) συμπληρωματικά.

Βασικά χρώματα ονομάζονται τα χρώματα που διακρίνονται από τον άνθρωπο, στην ορατή ζώνη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος. Συνολικά είναι επτά και είναι τα: κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, μπλε, κυανό και ιώδες ή βιολετί. Από τα παραπάνω βασικά χρώματα, το κόκκινο, το πράσινο και το κυανό ονομάζο- νται κύρια ή βασικά χρώματα, γιατί απ’ αυτά μπορεί να παραχθούν όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Επίσης, όταν αναμιχθούν μεταξύ τους και τα τρία, δημιουργούν το λευκό.

Δευτερεύοντα χρώματα ονομάζονται αυτά που προέρχονται από την ανάμιξη ανά ζεύγη των βασικών χρωμάτων. Αυτά είναι τα: μπλε, κίτρινο και το μωβ ή βυσσινί. Αναμιγνυόμενα μεταξύ τους και τα τρία δευτερεύοντα χρώματα δημιουργούν το μαύρο.

Συμπληρωματικά χρώματα ονομάζονται αυτά, που όταν αναμιχθούν, παράγουν το λευκό χρώμα. Το συμπληρωματικό ενός βασικού χρώματος είναι το χρώμα που βγαίνει, αν αναμίξουμε τα άλλα δύο. Δύο χρώματα, αντιδιαμετρικά τοποθετημένα στον χρωματικό κύκλο του ορατού φάσματος, είναι συμπληρωματικά.

5.jpg
Τα βασικά χρώματα και τα συμπληρωματικά τους στο χρωματικό κύκλο.


Δεδομένου ότι υπάρχουν άπειροι συνδυασμοί μεταξύ των χρωμάτων, έχουν καθοριστεί συστήματα και κανόνες, με τους οποίους γίνεται ο συνδυασμός τους. Οι κανόνες αυτοί στηρίζονται στο γεγονός ότι κάθε χρώμα μπορεί να προκύψει από την ανάμειξη βασικών χρωμάτων με την κατάλληλη αναλογία. Ύπάρχουν πολλά τέτοια χρωματικά συστήματα, άμεση όμως εφαρμογή στην οδοντιατρική και στην οδοντοτεχνική έχουν δύο: α) η παραγωγή χρωμάτων διά προσθέσεως, (αθροιστικό σύστημα) και β) η παραγωγή χρωμάτων διά αφαιρέσεως, (αφαιρετικό σύστημα).

Κατά την πρώτη μέθοδο, δια προσθέσεως, μια απόχρωση δημιουργείται με ανάμειξη κατάλληλων ποσοτήτων βασικών χρωμάτων. Όλα τα χρώματα, συμπεριλαμβανομένου και του λευκού, μπορούν να αναπαραχθούν με τον κατάλληλο συνδυασμό των τριών κύριων βασικών χρωμάτων. Έτσι:
• Με την ανάμειξη του κόκκινου και του πράσινου δημιουργείται το κίτρινο.
• Με την ανάμειξη του κόκκινου και του κυανού δημιουργείται το μωβ.
• Με την ανάμειξη του κυανού και του πράσινου δημιουργείται το μπλε.

Αναμειγνύοντας, δηλαδή, τα κύρια βασικά χρώματα ανά δύο μεταξύ τους, προκύπτουν τα δευτερεύοντα χρώματα.

Κατά τη δεύτερη μέθοδο, διά αφαιρέσεως, η παραγωγή των χρωμάτων βασίζεται στο φαινόμενο της απορρόφησης. Το χρώμα κάθε αντικειμένου προκύπτει από την αφαίρεση μέρους της προσπίπτουσας ακτινοβολίας, μέσω της επιλεκτικής απορρόφησής της από το αντικείμενο. Λέγεται αφαιρετική, λόγω της αφαίρεσης μηκών κύματος από το προσπίπτον φως, κατά την παραγωγή του χρώματος των αντικειμένων. Στη μέθοδο αυτή, τα βασικά χρώματα είναι το κίτρινο, το μωβ και το μπλε. Δηλαδή, τα δευτερεύοντα χρώματα του προηγούμενου αθροιστικού συστήματος, στο αφαιρετικό σύστημα αποτελούν τα βασικά του χρώματα. Αναμειγνύοντας τα χρώματα αυτά ανά δύο μεταξύ τους, προκύπτουν τα δευτερεύοντα χρώματα. Έτσι:
• Με την ανάμειξη του κίτρινου και του μωβ δημιουργείται το κόκκινο.
• Με την ανάμειξη του μωβ και του μπλε δημιουργείται το κυανό.
• Με την ανάμειξη του κίτρινου και του μπλε δημιουργείται το πράσινο.

Τα τρία βασικά χρώματα της μεθόδου αυτής, (κίτρινο, μωβ και μπλε), όταν αναμιχθούν μεταξύ τους απορροφούν όλη την ορατή ακτινοβολία και παράγουν το μαύρο.

4. Βασικά στοιχειά των χρωμάτων (Διαστάσεις)
Όπως όλα τα στερεά σώματα περιγράφονται με τις τρεις διαστάσεις του φυσικού τους σχήματος, (μήκος, πλάτος και ύψος), έτσι και το χρώμα καθορίζεται από τρία βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα που επιτρέπουν την περιγραφή του με την ίδια ακρίβεια. Ήδη, πριν από 85 περίπου χρόνια, ο B. Clark είχε αναφέρει ότι: «το χρώμα έχει τρεις διαστάσεις». Το χρώμα, λοιπόν, χαρακτηρίζεται και προσδιορίζεται από τρία χαρακτηρι- στικά ή διαστάσεις, οι οποίες είναι οι εξής: α) χροιά ή απόχρωση ή χρωματική οικογένεια, (hue), β) ένταση ή πυκνότητα, (chroma) και γ) τόνος ή φωτεινότητα, (value).

Η χροιά ή απόχρωση ή χρωματική οικογένεια είναι η ιδιότητα του χρώματος που περιγράφεται από το όνομα του χρώματος, όπως για παράδειγμα κόκκινο, πράσινο, μπλε κ.λπ. Ουσιαστικά, η ιδιότητα αυτή αντιπροσωπεύει την απάντηση στο ερώτημα: «τι χρώμα είναι». Η ιδιότητα αυτή επηρεάζεται από το είδος των χρωστικών που περιέχονται σε ένα σώμα. Οι χρωστικές αυτές, που περιέχονται στο σώμα, ουσιαστικά καθορίζουν ποια μήκη κύματος του φάσματος του προσπίπτοντος φωτισμού θα απορροφηθούν και ποια θα ανακλαστούν, ώστε να γίνει αντιληπτό το χρώμα του αντικειμένου. Το μικρότερο μήκος κύματος του ορατού φάσματος, (περίπου 380 nm), γίνεται αντιληπτό ως ιώδες και το μεγαλύτερο, (760 nm), ως κόκκινο. Επειδή η αλλαγή είναι συνεχής και ανεπαίσθητη από τη μια απόχρωση στην άλλη, οι ονομασίες των αποχρώσεων είναι, συχνά, θέμα υποκειμενικό. Γι’ αυτό, προκειμένου να επικοινωνούμε σωστά, αποδεχόμαστε ονομασίες συμβατικές.

Η ένταση ή πυκνότητα είναι το πόσο «δυνατό», πόσο συμπυκνωμένο είναι το χρώμα. Είναι το ποιοτικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τα έντονα χρώματα από τα πιο απαλά, (π.χ. έντονο μπλε, απαλό γαλάζιο). Η ένταση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την απόχρωση. Είναι η ιδιότητα που κάνει δύο χρώματα της ίδιας χροιάς ή απόχρωσης, να φαίνονται περισσότερο ή λιγότερο φωτεινά. Με άλλα λόγια, είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχωρίζουμε ένα ασθενές από ένα ισχυρό χρώμα. Η ιδιότητα αυτή σχετίζεται με την ποσότητα των χρωστικών που περιέχονται στο υλικό και καθορίζει την ποσότητα της ανάκλασης των μηκών κύματος του προσπίπτοντος φωτός, από το έγχρωμο υλικό προς τον παρατηρητή. Η ένταση, (πυκνότητα), ενός χρώματος μεταβάλλεται με την προσθήκη επιπλέον ποσότητας του ίδιου χρώματος, (κορεσμός). Έτσι, όταν σε ένα ποτήρι νερό ενσταλά- ξουμε σταγόνες από μπλε υγρό, όσο αυξάνεται η ποσότητα του μπλε υγρού, τόσο αυξάνεται και η πυκνότητα του χρώματος στο νερό και μειώνεται η φωτεινότητά του. Έχει αποδειχθεί ότι ισχύει η σχέση: κορεσμός = πυκνότητα / φωτεινότητα = ct (σταθερό). Από τον παραπάνω τύπο προκύπτει ότι, όταν αυξάνεται ο κορεσμός ενός χρώματος, αυξάνεται και η πυκνότητα της χρωματικής του αντίληψης.

6.jpg
Ο κορεσμός του χρώματος αυξάνεται, όσο αυξάνεται η ποσότητα των μπλε σταγόνων μέσα στο νερό.


Τόνος ή φωτεινότητα είναι η διάσταση του χρώματος που προσδιορίζει το πόσο ανοικτό ή σκούρο είναι το χρώμα ενός αντικειμένου. Περιγράφει, δηλαδή, τη φωτεινότητα ή σκοτεινότητα μιας απόχρωσης. Η φωτεινότητα μετριέται σε μια κλίμακα με διαβάθμιση από το μηδέν, που είναι το απόλυτο μαύρο, έως το 100, που είναι το απόλυτα λευκό, με ενδιάμεσες διαβαθμίσεις του γκρι, και δηλώνει το πόσο λευκή ή μαύρη είναι μια εικόνα. Η ιδιότητα αυτή του χρώματος σχετίζεται, κυρίως, με την ποσότητα των λευκών και μαύρων χρωστικών που περιέχονται σε ένα υλικό, δεδομένου ότι η ποσότητα αυτή καθορίζει και την ποσότητα του φωτός που θα απορροφηθεί ή ανακλαστεί από το υλικό. Έτσι, όταν ένα σώμα χαρακτηρίζεται ως σκοτεινό, περιέχει μεγάλες ποσότητες μαύρων χρωστικών, οι οποίες απορροφούν μεγάλο μέρος του προσπίπτοντος φωτισμού και έτσι έχει χαμηλή φωτεινότητα. Αντίθετα, όταν ένα σώμα χαρακτηρίζεται ως φωτεινό, περιέχει μεγάλες ποσότητες λευκών χρωστικών, οι οποίες αντανακλούν και διαχέουν μεγάλο μέρος του προσπίπτοντος φωτισμού και έτσι έχει υψηλή φωτεινότητα.

7.png
Διαβάθμιση της φωτεινότητας δύο χρωμάτων (μπλε και κίτρινου).


Η ένταση ή πυκνότητα του χρώματος και η φωτεινότητα ή τόνος είναι μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Αύξηση της χρωματικής πυκνότητας συνεπάγεται μείωση της φωτεινότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί, η αύξηση της ποσότητας των χρωστικών σε ένα αντικείμενο, συνεπάγεται και την αύξηση της απορρόφησης του προσπίπτοντος φωτός και συνεπώς ελάττωση της φωτεινότητας. Κατά την ανάμιξη και παρασκευή των χρωμάτων, ο καθορισμός της χρωματικής έντασης ή πυκνότητας γίνεται με την προσθήκη επιπλέον ποσότητας του ίδιου χρώματος, ενώ ο καθορισμός του χρωματικού τόνου ή φωτεινότητας γίνεται με την προσθήκη ανάλογης ποσότητας μαύρου ή λευκού χρώματος στο βασικό χρώμα.

Κάθε μία από τις τρεις διαστάσεις του χρώματος μπορεί να μεταβληθεί ανεξάρτητα από τις άλλες δύο και έτσι υπάρχει η δυνατότητα παραγωγής άπειρων χρωμάτων.


5. Συστήματα μέτρησης ή αναγνώρισης των χρωμάτων

Το χρώμα είναι πληροφορία και αίσθηση, μετάδοση μηνύματος και διάθεσης. Δημιουργεί μια ρεαλιστική εικόνα για τον κόσμο και τα αντικείμενα, κάνει την παρατήρηση πιο ενδιαφέρουσα και ζωογονεί τα αναπαρι- στώμενα αντικείμενα.

Ανάμεσα στα βασικά μελήματα του εικαστικού δημιουργού είναι και η ακρίβεια και αληθοφάνεια του χρώματος: ο ζωγράφος προσέχει την ανάμιξη των χρωστικών στις ακουαρέλες και στα λάδια, ο φωτογράφος μετρά προσεκτικά τις συνθήκες φωτισμού και τις διορθώνει με φίλτρα χρωματικής εξισορρόπησης, ενώ ο οδοντικός τεχνολόγος πρέπει να μιμηθεί το χρώμα των φυσικών δοντιών στις τεχνητές αποκαταστάσεις που κατασκευάζει. Ο ανθρώπινος οφθαλμός χαρακτηρίζεται από μεγάλη ευαισθησία στην πιστότητα των χρωμάτων και απαιτεί το τέλειο.

Στο βαθμό, λοιπόν, που χρειάζεται να αναπαραχθεί το χρώμα με ακρίβεια, πρέπει να υπάρχουν κάποιοι αντικειμενικοί τρόποι προσδιορισμού των χρωμάτων. Ανατρέχοντας στη βιβλιογραφία, διαπιστώνεται ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία συστημάτων ταξινόμησης και μέτρησης των χρωμάτων. Μερικά απ’ αυτά τα συστήματα είναι τα εξής:
• το χρωματικό σύστημα OSA, (Optical Society of America),
• το χρωματικό σύστημα DIN, (Deutsche Institute fur Norming),
• το χρωματικό σύστημα NCS, (Natural Color System),
• το χρωματικό σύστημα Munsell,
• το χρωματικό σύστημα C.I.E, (Commission Internationale d’Eclairage).
Τα σημαντικότερα απ’ αυτά είναι: α) το σύστημα Munsell, που βασίζει την κωδικοποίηση των χρωμάτων στην αντίληψη, από τον παρατηρητή, των χρωμάτων, βάσει ποιοτικών παραμέτρων, β) το σύστημα C.I.E., που εξηγεί και κωδικοποιεί τα χρώματα βάσει φυσικών και επομένως πλέον αντικειμενικών παραμέτρων και γ) το σύστημα NCS, που βασίζεται στην υποκειμενική αντίληψη του χρώματος από τον παρατηρητή.

Χρωματικό σύστημα Munsell
Είναι ένα από τα σημαντικότερα συστήματα καθορισμού και ταξινόμησης των χρωμάτων. Επινοήθηκε από τον Αμερικανό Albert Munsell, ο οποίος ήταν καλλιτέχνης και καθηγητής στη σχολή καλών τεχνών της Μασαχουσέτης. Το σύστημα, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο του «Color Notation», το 1905, αποτέλεσε το σύστημα αναφοράς για την κατασκευή των χρωμάτων σε Αμερική, Βρετανία, Γερμανία και Ιαπωνία και αποτελεί, μέχρι και σήμερα, το σύστημα για την άμεση οπτική εκτίμηση της σχέσης των χρωμάτων.

Το σύστημα αυτό αποτελεί συλλογή φυσικών δειγμάτων που είναι τυποποιημένα χρωματισμένα, ώστε να διαφέρουν μεταξύ τους κατά ίσα διαστήματα χρωματικής αντίληψης. Τα χρώματα περιγράφονται με τρισδιά- στατο τρόπο και οι τρεις διαστάσεις που χρησιμοποιούνται είναι η απόχρωση, η φωτεινότητα και η ένταση.

Βάσει αυτών των τριών διαστάσεων, τα χρώματα κατατάσσονται και δημιουργούν ένα σύστημα χρωματικού οδηγού, που χρησιμοποιείται ευρέως στην οδοντιατρική και ονομάζεται σφαίρα ή δένδρο του Munsell. Αναλυτικά, ο βασικός επιμήκης (κατακόρυφος), άξονας της σφαίρας περιγράφει τη διάσταση της φωτεινότητας, (value). Είναι χωρισμένος σε 11 επίπεδα, (από το 0 μέχρι το 10), όπου τα χρώματα είναι τοποθετημένα βάσει της ικανότητάς τους να ανακλούν το φως. Στο 0 βρίσκεται το τέλειο μαύρο και στο 10 το θεωρητικά απόλυτα λευκό. Οι ενδιάμεσοι τόνοι, (κλίμακα μεταξύ του 0 και του 10), είναι τοποθετημένοι σε οπτικά ίσες, από πλευράς φωτεινότητας, αποστάσεις, (γεωμετρική πρόοδος) και περιλαμβάνουν βαθμίδες τόνων του γκρι.

8.jpg
Το χρωματικό σύστημα Munsell.


Η διάσταση της απόχρωσης, (Hue), διατάσσεται κυκλικά στην περίμετρο του κατακόρυφου άξονα της σφαίρας. Έτσι, ο κάθε οριζόντιος κύκλος της σφαίρας αποτελείται από 10 διαφορετικά χρώματα, (χροιές), με βάση 5 κύρια και 5 ενδιάμεσα χρώματα, σε 10 διαβαθμίσεις αποχρώσεων. Τα χρώματα αυτά είναι το κίτρινο, (Ύ), το κίτρινο– κόκκινο, (YR), το κόκκινο, (R), το κόκκινο– ιώδες, (RP), το ιώδες, (P), το ιώδες– μπλε, (PB), το μπλε, (Β), το μπλε– πράσινο, (BG), το πράσινο, (G), το πράσινο– κίτρινο, (GY).

Η διάσταση της έντασης του χρώματος, (Chroma), διατάσσεται στην ακτίνα του κάθε οριζόντιου κύκλου. Έτσι, το καθένα από τα προηγούμενα χρώματα διατάσσονται, με βάση την πυκνότητά τους, (ένταση χρώματος), από το κέντρο προς τη περιφέρεια, σε οπτικά ίσα και πάλι διαστήματα. Η εντονότερη ένταση του χρώματος αντιστοιχεί στη περιφέρεια και η ασθενέστερη αντιστοιχεί στο κέντρο του άξονα. Η μέτρηση ενός συγκεκριμένου χρώματος περιλαμβάνει τιμές και για τις τρεις χρωματικές διαστάσεις.

Το σύστημα του Munsell είναι ένα σύστημα που πλησιάζει πολύ τη νοητική και ψυχολογική αντίληψη του ανθρώπου για το χρώμα, αφού βασίζεται, στις αντιληπτές από το μάτι, διαφορές των χρωμάτων. Η ένταξη ενός χρώματος στο σύστημα γίνεται με τη σύγκρισή του με πραγματικά δείγματα, στο βιβλίο δειγμάτων του Munsell και σημειώνεται με βάση τα νούμερα στους τρεις άξονες του συστήματος. Έχει τη μορφή Χ-Τ-Ε, όπου είναι η χροιά, ο τόνος και η ένταση αντίστοιχα. Έτσι, χρώμα που έχει σημειωθεί ως 5R 6/4, σημαίνει κόκκινο χρώμα, χροιάς 5, τόνου 6 και έντασης 4. Αυτή είναι η τιμή του χρώματος των φυσιολογικών ούλων στο σύστημα Munsell.


Χρωματικό σύστημα C.I.E.

Εκτός από το χρωματικό σύστημα του Munsell, το πλέον χρησιμοποιούμενο είναι το σύστημα C.I.E της Διεθνούς Επιτροπής Φωτισμού, (Commision Internationale d’ Eclairage, C.I.E.), που υιοθετήθηκε το 1913.

Το σύστημα αυτό περιέχει όλους τους συνδυασμούς των χρωμάτων που μπορεί να προκύψουν από την ανάμειξη τριών βασικών χρωμάτων, του κόκκινου, του πράσινου και του μπλε. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να αναπαραστήσει, σχεδόν, οποιαδήποτε χρώμα του φάσματος ως αναλογία στα τρία αυτά χρώματα.

Ο χάρτης όλων των πιθανών χρωμάτων, με βάση τη χροιά και την ένταση, εμφανίζεται σε ένα χρωματικό διάγραμμα με τη μορφή πετάλου. Τα όρια της καμπύλης αναπαριστούν τις θέσεις της μεγαλύτερης έντασης των χρωμάτων, δηλαδή των χρωμάτων του φάσματος.

10.png
Το χρωματικό διάγραμμα του συστήματος C.I.E.


Η ένταξη ενός χρώματος στο σύστημα C.I.E. γίνεται με τη βοήθεια της φασματομετρίας. Με τη βοήθεια μαθηματικών τύπων, η φασματομετρική καμπύλη οποιουδήποτε χρώματος μπορεί να μετατραπεί σε τιμές του χ, (χροιά) και ψ, (ένταση), και επομένως η θέση του χρώματος στο χρωματικό διάγραμμα και η σχέση του με τα άλλα χρώματα να προσδιοριστεί ακριβώς. Η τρίτη διάσταση του χρώματος, η φωτεινότητα, είναι η μέση φασματική ανάκλασή του, με τιμές που κυμαίνονται από το 0 μέχρι το 100. Έτσι, στο προσδιορισμό του χρώ- ματος παίρνει μέρος και ο φωτισμός του αντικειμένου, που είναι δεδομένος και ίδιος σε κάθε μέτρηση, αλλά και η φασματική ευαισθησία ενός φυσιολογικού παρατηρητή που έχει αξιολογηθεί από το σύστημα. Πάνω στο διάγραμμα, η τρίτη διάσταση του χρώματος αναφέρεται με ένα αριθμό, (φωτεινότητα), στο σημείο που αντιστοιχεί το χρώμα.

Το αρχικό αυτό σύστημα C.I.E. παρουσίαζε το μειονέκτημα ότι οι χρωματικές διαβαθμίσεις γίνονταν με εμπειρικό τρόπο. Δηλαδή, το σύστημα αξιολογεί τις τρεις χαρακτηριστικές ιδιότητες του χρώματος σύμφωνα με την ανθρώπινη αντίληψη. Έτσι, το σύστημα C.I.E. δέχθηκε, με το πέρασμα του χρόνου, σειρά αναθεω- ρήσεων. Το 1978, προκειμένου να γίνεται με ποιο αντικειμενικό τρόπο η μέτρηση του χρώματος, η Διεθνής Επιτροπή Φωτισμού, εισήγαγε αυστηρές προδιαγραφές των χαρακτηριστικών της φωτεινής πηγής και του θεατή – συσκευή μέτρησης, συστήνοντας το σύστημα C.I.E. L*a*b*.

Στο σύστημα C.I.E. L*a*b*, η μέτρηση του χρώματος βασίζεται στην υπόθεση ότι, εάν ένα σύστημα από τρεις φωτεινές πηγές, με τρία διαφορετικά χρώματα μεγάλης χρωματικής διαφοράς, συνθέσει αθροιστικά ένα χρώμα, που ταιριάζει με το χρώμα του δείγματος, τότε το χρώμα αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί από τα ποσά των τριών χρωμάτων που το συνέθεσαν.

Το σύστημα C.I.E. L*a*b* χρησιμοποιεί τρεις παραμέτρους L*, a* και b* για τον χρωματικό προσδιορισμό. Το L* συμβολίζει την τιμή της φωτεινότητας και μεταβάλλεται σε κατακόρυφο άξονα. Σε οριζόντιο επίπεδο, το a* καθορίζει ισόβαθμα τα χρώματα κόκκινο και πράσινο. Θετικό α* αντιστοιχεί στο ποσοστό του κόκκινου, ενώ αρνητικό α* στο ποσοστό του πράσινου. Το b* καθορίζει ισόβαθμα τα χρώματα κίτρινο και μπλε. Θετικό b* αντιστοιχεί στο ποσοστό του κίτρινου, ενώ αρνητικό b* στο ποσοστό του μπλε.

11.jpg
Σχηματική διάταξη των χρωμάτων στο σύστημα C.I.E. L*a*b*.


Η διαφορά δύο παραπλήσιων χρωμάτων είναι ένα καθαρός αριθμός και μπορεί να υπολογιστεί από την εξίσωση: ΔΕ (L*a*b*) = [ (ΔL*)2 + (Δa*)2 + (Δb*)2 ]1/2, όπου ΔL* η διαφορά στον άξονα του L, Δa* η διαφορά στον άξονα του a και Δb* η διαφορά στον άξονα του b.
Αν η τιμή του ΔΕ είναι μικρότερη από 1 τότε υπάρχει χρωματική ταύτιση, αν είναι μέχρι 2 μονάδες, η χρωματική επιλογή είναι κλινικά παραδεκτή, ενώ τέλος αν ξεπερνά την τιμή 3,7 υποδηλώνει χρωματική διαφορά που είναι οπτικά αναγνωρίσιμη.


Χρωματικό σύστημα NCS, (Natural Color System)

Το σύστημα αυτό εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 1930, από τον T. Johansson και τροποποιήθηκε από τον Α. Hard, το 1981, όπου έλαβε και την τελική του μορφή. Ουσιαστικά αποτελεί το Σουηδικό πρότυπο για την περιγραφή του χρώματος.

Το σύστημα NCS περιγράφει και αρχειοθετεί τα χρώματα με βάση την υποκειμενική αντίληψη των χρωμά- των, ατόμων με φυσιολογική όραση. Βασίζεται σε 6 βασικά χρώματα: κίτρινο, κόκκινο, μπλε, πράσινο, άσπρο και μαύρο. Κύριος στόχος του συστήματος είναι η περιγραφή ενός χρωματικού αισθήματος με βάση την «ποιότητα» του χρώματος, δηλαδή με βάση τον βαθμό ομοιότητάς του με τα έξι χρώματα που θεωρούνται βασικά. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται ως μεγέθη στον προσδιορισμό της θέσης ενός χρώματος στον χρωματικό χώρο του συστήματος η περιεκτικότητα σε μαύρο, η περιεκτικότητα σε άσπρο και η περιεκτικότητα σε χρώμα, («χρωματικότητα»), δηλαδή ο βαθμός ομοιότητάς του με ένα από τα βασικά χρώματα του συστήματος.

Το σύστημα αποτυπώνεται σε έναν άτλαντα από 1412 χρώματα, που μπορεί να αυξηθούν κατά 7000 επιπλέον χρώματα, αν χρησιμοποιηθούν ενδιάμεσες αποχρώσεις. Το σύστημα είναι τρισδιάστατο και μοιάζει με πυραμίδα, η οποία ονομάζεται «έγχρωμο στερεό» του συστήματος, (NCS color solid). O κεντρικός κατακό- ρυφος άξονας του συστήματος αποτελεί την αχρωματική κλίμακα, (άσπρο, μαύρο) και υποδιαιρείται σε δέκα διαβαθμίσεις. Ο κεντρικός κύκλος αποτελείται από 40 χροιές, που προέρχονται από τα τέσσερα χρώματα και τους συνδυασμούς των γειτονικών χρωμάτων.

12.jpg
Το χρωματικό στερεό του συστήματος NCS.


Κατακόρυφες τομές στο κέντρο της πυραμίδας δίνουν ένα ρόμβο, που το καθένα από τα τρίγωνά του αποτελούν το έγχρωμο τρίγωνο του συστήματος, (NCS color triangle) και περιγράφει πλήρως μια απόχρωση. Δέκα είναι και οι διαβαθμίσεις των πλευρών του τριγώνου, που ορίζεται από τον αχρωματικό άξο- να και από ένα σημείο της περιφέρειας του χρωματικού κύκλου, (που αντιστοιχεί σε μία από τις 40 πιθανές αποχρώσεις).

13.png
Το χρωματικό τρίγωνο του συστήματος NCS.


Η ένταξη ενός χρώματος στο σύστημα προσδιορίζεται από έναν αλφαριθμικό κωδικό, του οποίου τα δύο πρώτα διψήφια νούμερα προσδιορίζουν την απόχρωση, (το πρώτο το βαθμό του μαύρου και το δεύτερο τη χρωματικότητα) και τα υπόλοιπα δύο γράμματα χωριζόμενα από ένα διψήφιο νούμερο προσδιορίζουν τη χροιά. Για παράδειγμα, το χρώμα 1070– Ύ10R σημαίνει μαύρο στο επίπεδο του 10 και λευκό στο επίπεδο του 70 και αποτελείται από 90% κίτρινο,(Υ) και 10% κόκκινο, (R). Επίσης, το χρώμα 0040- R20B σημαίνει μαύρο στο επίπεδο του 0, λευκό στο επίπεδο του 40 και αποτελείται από 80% κόκκινο, (R) και 20% μπλε, (B).

Γενικά, το σύστημα NCS, αν και δεν έχει πολυπλοκότητα, δεν έχει διαδοθεί ευρέως εκτός Σουηδίας, επειδή είναι ένα σύστημα περισσότερο υποκειμενικό και όχι αντικειμενικό, μια και βασίζεται κυρίως στη γενικότερη αντίληψη του παρατηρητή.

14.png
Προσδιορισμός χρώματος στο σύστημα NCS.



6. Συσκευές μέτρησης του χρώματος

Η μέτρηση των διαστάσεων του χρώματος, αποτέλεσε και αποτελεί ακόμα και σήμερα, σημαντικό πεδίο έρευνας στον τομέα της βιομηχανίας και κυρίως σε κλάδους που ασχολούνται με την παραγωγή των χρωμάτων.

Ειδικότερα, στον τομέα της βιομηχανίας, χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά όργανα μέτρησης του χρώματος, όπως είναι τα χρωματόμετρα, τα φασματοφωτόμετρα και οι συσκευές λήψης και ανάλυσης εικόνας. Τα τελευταία χρόνια, τα όργανα αυτά έχουν κάνει την εμφάνισή τους και στον τομέα της οδοντιατρικής κλινικής πράξης, με σκοπό την πιστότερη και ακριβέστερη καταγραφή του χρώματος των φυσικών και τεχνητών δοντιών.

Τα χρωματόμετρα είναι οπτικά όργανα που μετρούν το ποσό της εκπεμπόμενης ενέργειας για κάθε ένα από τα βασικά χρώματα, κόκκινο, μπλε και πράσινο. Τα αποτελέσματα των μετρήσεων αποδίδουν τις τριχρωματικές συντεταγμένες του χρώματος. Οι συσκευές αυτές παρέχουν άμεσους προσδιορισμούς του χρώματος, χωρίς πολύπλοκες μαθηματικές πράξεις. Αυτό επιτυγχάνεται με τη δειγματοληψία του φωτός που αντανακλάται από ένα αντικείμενο, μέσα από τρία χρωματικά φίλτρα, που προσομοιώνουν την απόκριση των υποδοχέων χρώματος του οφθαλμού.

Ουσιαστικά, αποτελούνται από τρία βασικά στοιχεία, τη φωτεινή πηγή, τον ανιχνευτή και τα φίλτρα. Η φωτεινή πηγή είναι, συνήθως, μια λάμπα ξένου που παράγει φως ημέρας. Τα φίλτρα μπορεί να βρίσκονται είτε ανάμεσα στην πηγή και στο δείγμα, είτε μεταξύ δείγματος και ανιχνευτή, είτε και στις δύο παραπάνω θέσεις. Τα φίλτρα αυτά λειτουργούν ως αναλογικές γεννήτριες, που περιορίζουν τα φασματικά χαρακτηριστικά του φωτός, που προσκρούει στην επιφάνεια του ανιχνευτή. Χρησιμοποιούνται διορθωτικά φίλτρα, (κόκκινο, πράσινο, μπλε), ώστε να προσομοιάζουν τη χρωματική αντίληψη του παρατηρητή. Ο ανιχνευτής ανιχνεύει την επιστρέφουσα ακτίνα και εκφράζει τα δεδομένα στις μαθηματικές διαστάσεις του χρώματος, στο σύστημα C.I.E. L*a*b*, από το οποίο μπορούν να δοθούν και όλες οι υπόλοιπες αντιστοιχίες σε άλλα χρωματικά συστήματα.

15.jpg
Σχηματική διάταξη χρωματόμετρου.


Γενικά, τα χρωματόμετρα, ενώ έχουν την ικανότητα να μετρούν το χρώμα σωστά με επαρκή ευαισθησία για χαμηλά επίπεδα φωτός, δεν προσδιορίζουν το πλήρες φάσμα της ανακλώμενης δέσμης, ώστε να ελεγχθεί το φαινόμενο του μεταμερισμού και παράλληλα δεν προσομοιάζουν πλήρως τον παρατηρητή. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι, ενώ παρέχουν σταθερές μετρήσεις σε αδιαφανή αντικείμενα και μερικά ημιδιαφανή, δεν είναι το ίδιο αξιόπιστα στη μέτρηση του χρώματος πολύπλοκων, πολυδιαστρωματικών, ημιδιαφανών αντικειμένων.

Τα φασματοφωτόμετρα είναι όργανα σχεδιασμένα να προσδιορίζουν το πλήρες φάσμα της ανακλώμενης δέσμης και να παρέχουν τις πιο ακριβείς χρωματικές μετρήσεις. Οι συσκευές αυτές εκπέμπουν, στιγμιαία, μια δέσμη φωτός από τη φωτεινή πηγή που διαθέτουν, η οποία, αφού προσκρούσει στην προς εξέταση επιφάνεια, ανακλάται και επιστρέφει, μέσα από το άνοιγμα του ρύγχους, στο εσωτερικό της συσκευής και αναλύεται. Στη συνέχεια, οι τιμές μέτρησης μετατρέπονται, με κάποιες αποκλίσεις, σε τιμές που αντιπροσω- πεύουν τη χροιά, τον τόνο και την ένταση, με βάση το σύστημα Munsell. Η κύρια διαφορά τους από τα χρωματόμετρα είναι ότι αναλύουν την επιστρέφουσα ακτινοβολία σε όλο το ορατό φάσμα από 400–700 nm και όχι μόνο στα τρία βασικά χρώματα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μεγαλύτερη ακρίβεια στη μέτρηση του χρώματος.

Ύπάρχουν δύο τύποι φασματοφωτομέτρων: α) το σάρωσης, το οποίο καταγράφει την ποσότητα του φωτός για κάθε μήκος κύματος τη φορά, αφού όμως το φως χωριστεί, με τη βοήθεια μονοχρωματικού φίλτρου, σε μικρότερα διαστήματα, (10–30 mm) και β) το πλέγματος διόδων, στο οποίο κάθε ένα από τα στοιχεία του πλέγματος είναι σχεδιασμένο να καταγράψει ένα συγκεκριμένο μήκος κύματος και επομένως μπορούν να καταγραφούν, γρήγορα και ταυτόχρονα, όλα τα μήκη κύματος του ορατού φάσματος.

Γενικά, οι μελέτες στα φασματοφωτόμετρα δείχνουν ότι οι συσκευές αυτές:
1. Έχουν μεγάλη ακρίβεια στη μέτρηση του χρώματος.
2. Εμφανίζουν μεγαλύτερη επαναληψιμότητα, (83%), σε σχέση με την οπτική παρατήρηση.
3. Μπορούν να ορίσουν το χρώμα με πιθανότητα λάθους μόλις 1%.
4. Έχουν ευρεία εφαρμογή στη χρωματομετρική ανάλυση χρωματικών οδηγών, πολυμερών και κεραμικών υλικών.

Οι συσκευές λήψης και ανάλυσης της εικόνας είναι ένας άλλος τρόπος καταγραφής του χρώματος, που στηρίζεται στην τεχνολογία της καταγραφής της εικόνας με ψηφιακές κάμερες και στη συνέχεια, στην επεξεργασία της σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για χρωματική ανάλυση με τη βοήθεια προγράμματος λογισμικού. Οι περισσότεροι ψηφιακοί αισθητήρες χρησιμοποιούν το φιλτράρισμα για να εντάξουν το φως στα τρία βασικά του χρώματα, με τρόπο ανάλογο με τα χρωματόμετρα.

Αν και η πρόοδος στον τομέα των συσκευών μέτρησης του χρώματος είναι αρκετά εντυπωσιακή, η έρευνα σχετικά με τις συσκευές αυτές συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον μέχρι και σήμερα. Ο βασικός σκοπός είναι να βρεθεί μια συσκευή η οποία, αφενός μεν θα υπολογίζει με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο την ανακλώμενη και τη διαχεόμενη ακτινοβολία και αφετέρου θα έχει τη δυνατότητα επαναλαμβανόμενων μετρήσεων με ακρίβεια, ώστε να δίνει αποτελέσματα παρόμοια με τις εκτιμήσεις του ανθρώπινου οφθαλμού.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Billmeyer FW, Saltzman M. Principles of color technology. 2nded. New York: J Wiley & sons; 1981: 98-120.
2. Αλεξόπουλος ΚΔ, Μαρίνος ΔΙ. Φυσική. Οπτική- ηλεκτρομαγνητισμός- ατομική και πυρηνική φυσική. Τόμος 2ος. Αθήνα: εκδόσεις Χατζηπέρη; 1978: 10-116.
3. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97%CE ... E%BC%CE%B1.
4. Rolf G. Kueni. Color. An introduction to practice and principles. New York: John Wiley & Sons; 1997: 59-100.
5. Nassau K. The physics and chemistry of color. New York: John Wiley & sons; 1983: 120-180.
6. https://en.wikipedia.org/wiki/Albert_Henry_Munsell.
7. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/ ... nk.svg.png.
8. Berns SR, Billmeyer FW, Saltzman S. Principles of color technology, 3rded, New York: John Wiley & Sons; 2000: 23- 50.
9. C.I.E. Recommendations on uniform color spaces, color difference equatations, psychometric color terms. Supplement No 2, C.I.E. pub, Paris, France (Bureau Central de la C.I.E.), 1978.
10. Johnston MK, Kao CE. Assessment of appearance match by visual observation and clinical colorimetry. J Dent Res 1989; 68: 819-822.
11. Hard A. NCS natural color system: a Swedish standard for color notations. Color Res and Applic 1981; 6:3-10.
12. https://en.wikipedia.org/wiki/Natural_Color_System.
13. Toreskog S, Svedmyr A. A color system the Swedish way. In: Preston J. Perspectives in Dental Ceramics. Chicago: Quintessence Publ Co Inc; 1989: 219-228.
14. Swedish Standards Institution. Swedish standard SS019100, color notation system. Stockholm: SIS, 1978.
15. Swedish Standards Institution. Swedish standard SS019102, color atlas. Stockholm: SIS, 1979.
16. C.I.E. Publication No 15.2 Colorimetry. Vienna: Central Bureau of the C.I.E; 1986: 74.
17. Okudo SR, Kanawati A, Richards M, Childress S. Evaluation of visual and instrument shade matching. J Prosthet Dent 1998; 80:642-648.
2.jpg
Οι χρήστες που πάτησαν Like στον/ην golf for the post (total 2):
Garbakos (Κυρ 18 Οκτ 2020, 20:00) • Τάκης (Δευ 19 Οκτ 2020, 09:25)



Άβαταρ μέλους
Νίκος
Administrator
Posts in topic: 1
Δημοσιεύσεις: 8014
Εγγραφή: Δευ 12 Φεβ 2018, 00:33
Τοποθεσία: Πειραιάς
Έχει βάλει Like: 1681 times
Του έχουν βάλει Like: 1933 times

Re: Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από Νίκος » Κυρ 18 Οκτ 2020, 09:25

Φανταστικό άρθρο Δημήτρη μου πολλά μπράβο σου!🙏😍

Άβαταρ μέλους
Νικολακης
Posts in topic: 1
Δημοσιεύσεις: 2192
Εγγραφή: Πέμ 22 Μαρ 2018, 16:12
Τοποθεσία: Αθηνα
Mood:
Έχει βάλει Like: 767 times
Του έχουν βάλει Like: 644 times

Re: Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από Νικολακης » Κυρ 18 Οκτ 2020, 22:55

Πολύ ωραίο άρθρο Δημήτρη!!!! Πολύ καλή η ανάλυση σου!

komori
Posts in topic: 1
Δημοσιεύσεις: 11
Εγγραφή: Σάβ 14 Απρ 2018, 10:03
Τοποθεσία: Κιλκίς
Έχει βάλει Like: 0
Του έχουν βάλει Like: 1 time

Re: Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από komori » Κυρ 18 Οκτ 2020, 23:15

Respect.......
Συγχαρητήρια

Άβαταρ μέλους
Rayden
Global Moderator
Posts in topic: 1
Δημοσιεύσεις: 1299
Εγγραφή: Τρί 27 Φεβ 2018, 05:51
Τοποθεσία: Πειραιας
Έχει βάλει Like: 211 times
Του έχουν βάλει Like: 477 times

Re: Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από Rayden » Τρί 20 Οκτ 2020, 14:35

Απλα respect.

Desmo
Posts in topic: 1
Δημοσιεύσεις: 205
Εγγραφή: Παρ 10 Ιαν 2020, 18:54
Τοποθεσία: Αθηνα
Έχει βάλει Like: 62 times
Του έχουν βάλει Like: 99 times

Re: Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από Desmo » Τρί 20 Οκτ 2020, 19:04

:goodpost: :goodpost: :goodpost:

:bravo: :bravo: :bravo:

:bow:

Άβαταρ μέλους
golf
Global Moderator
Posts in topic: 2
Δημοσιεύσεις: 721
Εγγραφή: Σάβ 10 Φεβ 2018, 10:35
Τοποθεσία: Αιγάλεω
Έχει βάλει Like: 133 times
Του έχουν βάλει Like: 188 times

Re: Χρώμα και Φως

Δημοσίευση από golf » Τρί 20 Οκτ 2020, 22:52

Νικολακης έγραψε:
Κυρ 18 Οκτ 2020, 22:55
Πολύ ωραίο άρθρο Δημήτρη!!!! Πολύ καλή η ανάλυση σου!
komori έγραψε:
Κυρ 18 Οκτ 2020, 23:15
Respect.......
Συγχαρητήρια
Rayden έγραψε:
Τρί 20 Οκτ 2020, 14:35
Απλα respect.
Desmo έγραψε:
Τρί 20 Οκτ 2020, 19:04
:goodpost: :goodpost: :goodpost:

:bravo: :bravo: :bravo:

:bow:
Νίκος έγραψε:
Κυρ 18 Οκτ 2020, 09:25
Φανταστικό άρθρο Δημήτρη μου πολλά μπράβο σου!🙏😍
Σας ευχαριστώ πολύ όλους!

Απάντηση

Επιστροφή στο “Φωτισμός”